Από μια φωτογραφία το έσκασα.
Μη με ρωτάς από πιο χρονοντούλαπο δραπέτευσα.
Ίσως αυτό που άνοιξες εσύ.
Ή μήπως από αυτό που 'χεις κλειδαμπαρώσει;
Σε πλησίασα με βήμα τρεμάμενο.
Σε πλησίασα, τόσο κοντά.
Και ύστερα χάθηκα.
Η μορφή μου ξεθώριαζε μέσα στον όχλο.
Ξένος μέσα στους ξένους.
Έτσι ήσουν πιο ασφαλής.
Έτσι πιο ασφαλής ήμουν.
Και ύστερα βρέθηκα γραμμή σ’ ένα βιβλίο,
που τις σελίδες του δεν άγγιξες ποτέ.
Είσαι αυτό που είσαι;
Ή μήπως η πλαστελίνη στα δάχτυλα του νου μου;
Και εγώ;
Είμαι άραγε ακόμα το μαραμένο άνθος;
Μην απορείς που με τον καιρό εξατμιζόμαστε.
Είδωλα στους πειραγμένους καθρέφτες της αχόρταγης επιθυμίας μας.
Πως να με νιώσεις,
αν γέφυρα στο άσπρο των ματιών μου δεν ενώσεις;
ασύμπτωτες φωτογραφίες [kioy]






