Θα με σταυρώσεις, θα με πσαρέψεις,
τα ρούχα μου στα ζάρια θα τα παίξεις
και ύστερα θ’ ανάβεις τα καντήλια
και θ’ ακουμπάς στον Επιτάφιο τα χείλια
αυτά που βιάστηκαν τριπλά να μ’ αρνηθούν.
Και στη Γεσθημανή μου θα δειλιάζεις,
για ποιάν Ανάσταση αλήθεια να γιορτάζεις,
θα κοινωνείς στο ιερό της εκκλησίας,
πίνοντας το αίμα μιας ανώφελης θυσίας
αφού δεν έμαθες ποτέ πώς αγαπούν.
Τη δύσκολη ώρα στο ασθενοφόρο,
θα με μπερδεύεις με τον Εωσφόρο
κι ενώ ψυχή δεν θα ’χεις να χαρίσεις
και πάλι να σε σώσω θ’ απαιτήσεις,
γιατί νομίζεις οι Θεοί πως δεν πονούν.
Κι εγώ που σ’ έφτιαξα από χώμα και νερό
το αίμα μου θα στάζω στον ορό,
πνοή αφού είσαι εσύ απ’ την πνοή μου
η αμαρτία σου ας είναι και δική μου
γιατί οι Θεοί στο τέλος συγχωρούν.
εδώ είμαι και γω [λ. κοιλάκου]






