Ι.
Μια μέρα, άλλαξα τα μολύβια μου μπροστά στο νερό
και κάρφωσα στα μάτια την αποβάθρα
με τους κατακόκκινους επισκέπτες
Έκανε κρύο στη μεγάλη πόρτα του σταθμού
και όλες οι αναχωρήσεις κλειστές
Πέθανε το τραίνο, φώναξε η ζητιάνα, από την άλλη άκρη του σταθμού
πέθανε γυρεύοντας τον ύπνο του
Και χαμογέλασε τη μέρα εκείνη που τα ρολόγια
πηδούσαν δεύτερα νεκρά στην αποβάθρα
Γλυκιά η ζητιάνα,
ακουμπούσε τα χείλη της πρώτα στη φυλή
ανέμιζε ύστερα κάτι μεγάλα χαμόγελα στους ταξιδιάρηδες
και πάλι τραβιόταν και τα ξανακολλούσε στους γοφούς της
να χοροπηδούν
Οι περισσότεροι, μαζεμένοι πίσω απ' το σταθμό
από τη μεριά που τους εμπνέει για ταξίδια
Φύτευαν φίλους όρθιοι στην προσμονή
το πρόσωπο να μακραίνει να μακραίνει
την τρίτη μέρα έφυγαν μαζί
Πουθενά εγώ
Εκατό φορές άγνωστη σ' όλες τις προσμονές
ΙΙ.
Βιαζόταν να φτάσει στην αποβάθρα
Αλαφρότατη έτρεχε η μικρή χορεύτρια
στο βρώμικο νότο του Πειραιά
Τα τακούνια της σχεδόν σκαρφάλωσαν το νερό
ν' ακουμπήσει τα χείλη του άντρα
που ήδη μανουβράριζε το καράβι
Ένα πρωί στον Πειραιά
Μια μικρή νερένια γυναίκα έπεφτε έξω
απ' το ταξίδι του νερού
ΙΙΙ.
Οι δρόμοι βρεγμένοι
μα τα κορίτσια πάνω τους μεγάλωναν
τις κουβέντες
και δραπέτευαν το νερό
προς τη μεριά του ναύτη
που τις κοιτούσε ήσυχα, γλυκά
Δε βιαζόταν να τις σταματήσει καθόλου
Στο βάθος το πέλαγος
βράδιαζε στα καράβια
Όλα τα καράβια στον κόσμο βραδιάζουν
χωρίς εύθυμες κουβέντες πάνω τους να γλιστρούν
εικόνες [κ. κατσίρη]






