Ξυπνάω με τον ήχο της βροχής
και ανοίγοντας τα μάτια,
αγναντεύω θάλασσες, ήλιους, γοργόνες.
Η ώρα δεν περνά και μέσα στην απόγνωση,
ο εφιάλτης ταξιδεύει.
Περνάν οι σκέψεις μέσα από χαρές και λύπες
χαμένος πάντα μες στην έρημο του νου μου.
Μα δεν έχουν σταματημό του χρόνου οι λεπτοδείκτες
και νοιώθω κρύα την πολύτιμη ανάσα μου.
Επιπλέω χωρίς σωσίβιο, σε μία θάλασσα,
όπου το βάθος της κανείς δεν έχει μετρήσει.
Μα πιο πολύ φοβόμουνα τον πάτο,
μπας και το χέρι μου, θελήσει να αγγίξει.
Και ξαφνικά, είδα μια στεριά,
γεμάτη καρπούς και άνθη.
Κοιτώντας όμως μέσα απ’ τα πυκνά κλαδιά,
αντίκρισα το γέλιο σου και όλη σου τη χάρη.
Χάζευα σαν μικρό παιδί,
μια αχτίδα που φωτίζει.
Έχεις μια ψυχή, γυμνή,
που τη δίψα μου ποτίζει.
Ήσουν σαν τον κήπο της Εδέμ,
γεμάτη πηγές και καταρράκτες που ρέουν.
Μα κάποιοι, μου ’λεγαν πως δεν,
κάτι παιδιά, στις γειτονιές που τρέχουν.
Και τότε έτρεξα και γώ,
στις γειτονιές εκείνες.
Χαρίζοντας μου δαμάσκηνο πικρό.
Σκοτώνοντας έτσι τις μόνες μου ελπίδες
Έρωτας, χαρά, χορός, τραγούδι!
Άραγε υπάρχουν;
Και αν υπάρχουν, που είναι;
Ίσως ρωτήσω,
κάτι παιδιά,
στις γειτονιές,
που τρέχουν.
κάτι παιδιά στις γειτονιές που τρέχουν [θανάσης]






