Κουράστηκα να περπατώ
μες στις τρομερές αντανακλάσεις του κόσμου,
γέρνω τώρα πάνω από τις μυστικές φωνές
κι αποξεχνιέμαι στη γύμνια του κρανίου μου.
Μες στις θύρες της αυγής
κυλούν οι νύχτες, ξαπλωμένες
στο στερέωμα μιας ματωμένης περιπλάνησης,
που καίει μες στα σπλάχνα της το αύριο
και φρίττει στην ουσία της στιγμής,
πνίγοντας μες στα δάχτυλά της την προσδοκία,
σ’ ένα χαμόγελο σιωπής.
Όλα μου μαρτυρούν μια παρουσία,
που αιωρείται έξω απ’ τον χρόνο
με τη λευκή απάτη του πραγματικού,
ζεσταίνοντας κάποιες αισθήσεις,
που έχουν μέσα μου κρυφτεί.
Σκύβω πάλι στις δονήσεις των μυστικών φωνών,
εξουσιάζοντας τα κύμβαλα της υπέρτατης οδύνης
με τους παλμούς των κροτάφων μου,
εναρμονίζοντας μες στα σπήλαια του νου
τους λαμπερούς αντίλαλους του απείρου.
λύτρωση [μ. μεσσήνης]






