δεν ξέρω αν είναι αγγελικά..
είναι ανοιχτά γεμάτα ζωή, ευφορία, αστραπή και κεραυνός μαζί.
για σένα είναι ολόγερμα - μάτια ερμητικά κλειστά,
νωπά όπως όταν τα χτύπησε με ορμή η θάλασσα
παραμένουν ανέγγιχτα στις Άλπεις του βυθού μου.
δεν είμαι εδώ.
είναι απροσδόκητα προσβεβλημένα.
στο ατελείωτο βάθος τους σκισμένα στα δύο, στα τέσσερα..., σε χίλιες χιλιάδες θρύμματος
δεν είμαι εδώ.
πώς μπόρεσες να πιστέψεις έστω και μια τόση δα στιγμούλα που χύνεται και χάνεται
ότι θα μπορούσα να περπατήσω για μια στιγμή μέσα σου και μετά να θελήσω να φύγω.
ποιός έφυγε οικειοθελώς από τον παράδεισο;
πώς γίνεται να περάσω την πύλη γνωρίζοντας ότι σε εκατομμυριοστές χ στιγμές θα οδηγήσεις τα βήματα μου στην αντίθετη φορά τους κι ενώ θα ευφραίνομαι τους ζωμούς των καρπών σου, θα με αποχωριστείς με το πιο γλυκό φιλί της νιότης σου;
θαρρείς πως δε με είδες ποτέ να χαζεύω αδιάφορη τάχα μου τον - πίσω από την καγκελένια τυλιγμένη ρόδα πόρτα - κήπο σου, δεν είδες τα χείλια μου γεμάτα ήλιους, τα κοράλλια αστράπτοντα να καθρεπτίζουν το φως σου στις δυο θάλασσές μου,
να αδημονώ να σε δω να πλησιάζεις, να τολμάς να μου ανοίγεσαι επιθυμώντας με,
κι εκεί που ρουφάς με μανία τη σάρκα απ' το κοράλλι να θυμάσαι τη ζωή σου, το βιβλίο της ξεχασμένο κι ανοιχτό, να τρέχεις πάνω στις σελίδες, να με βρίσκεις στα “γραμμένα”, αναζητάς τα ”πρέπει” και πονάς, αναρωτιέσαι ποιός τα όρισε, γυρίζεις στο πίσω μέρος - στο αλφαβητάρι και βλέπεις ξαφνικά εσένα. Στην πιο ειρωνική μορφή του, να σε κοιτά κατάματα. Δεν αντέχεις, φεύγεις. Τρέχεις. Ησυχία. Εσύ μόνο - τρέχεις. Σε λίγο πάλι φασαρία. Όσο πιο δυνατά τόσο το καλύτερο. Να μην σε ακούς… Καλύτερα… Να μη σε νοιάζει.
22.01.2004 Σε περιμένω. Το ξέρεις. Μην αργείς. Μη βιαστείς.
22.01.2009 …
Είναι ώρα. Να οδηγήσω τα βήματά μου στην αντίθετη φορά τους. Βουλιάζω. Ουρλιάζω να με αρπάξεις, αρπαχτικό πουλί, και να με πάρεις μαζί σου στη φωλιά σου, να γλείψεις τις πληγές μου απ' τα νύχια σου, να με θρέψεις με το στόμα. Ουρλιάζω με όλο μου το σώμα. Ταυτόχρονα σωπαίνω. Θέλω να σε αφουγκραστώ απ' το πρώτο κιόλας βήμα. Να αισθανθώ τις πρώτες κίτρινες καμπανούλες να μπαίνουν μέσα μου, τις αγαπημένες παπαρούνες που θα ακολουθήσουν, ενώ θα γεμίζεις την καρδιά μου με λουλούδια του αγρού.
Είναι ώρα. Δεν είμαι εδώ. Δεν είμαι εγώ.
Θέλω να σε ρωτήσω.
Τι ώρα είναι; Πού είμαι; Ποιός είμαι;
Εσύ ξέρεις…
Τα ρόδα πίσω μου μελαγχολούν. Τα ρόδα μέσα μου κλαίνε. Ξεβάφουν τα πέταλα κόκκινο, αίμα,
ξεχειλίζει, στάζει από τα μάτια, τα αυτιά, με τυλίγει, δεν ακούω πια, δεν μιλώ.
Η Μάνα.
η μάνα άσπρη, με νοήματα και ήχους μουγκής
να παλεύει ασάλευτη ενάντια στη διάφανη
απειλητική θάλασσα του μέσα μου. Γιατί; ποιόοοοος; ποιός τόλμησεεεε;
κορίτσι μου, άστρο της Αυγής, μαργαριτάρι;
θα ανασάνει μόλις δει πάλι πουλιά στα μάγουλά μου,
συγκεκριμένα γλάρους με ανοιχτά φτερά
τι σημασία έχουν όλα αυτά;
έτσι κι αλλιώς θα φύγω νωρίς
μόλις γλυκοχάραζε, τίναξα τις φτερούγες μου,
ονειρευόμουν θαρρώ,
μια ατέρμονη πτήση με περιμένει ανυπόμονη μαζί με όλη τη νεογενή αγάπη μου
jE/2009
μάνα είμαι καλά.
κι εσύ.
αγάπη της αγάπης μου,
των αγγέλων άγγελε,
πάντα.
μάτια αγγελικά [julia engel]






