Είμαι παγκάκι. Πάνω του κάθονται πεσμένα φύλλα.
Κι' ύστερα φυσάει και μένω πάλι μόνος. Κάπου κάπου νιώθω ανθρώπους να ξαποσταίνουν κι' άλλοτε να κοιμούνται.
Πιάνει βροχή. Όλοι με προσπερνάνε. Κρατάνε τις ομπρέλες
και τραυματίζει ο ένας τον άλλον. Ζητάν συγνώμη.
Πολλές φορές αυτοτραυματίζονται. Είμαι παγκάκι.
Κάθε χρόνο κάποιος του δήμου με βάφει.
Ρίχνει στις γρατσουνιές μου χρώμα, καλύπτοντας με να
φαίνομαι ωραίο. Μακάρι να καώ. Να έρθει
μια φωτιά και να με κάνει στάχτη. Να έρθει κι ο αέρας
να με διασκορπίσει. Να με ταξιδέψει...
Είμαι παγκάκι. Και κρυώνω.
παγκάκι [σεμπάστιαν]






