Το κείμενο που ακολουθεί, είναι μία προσπάθεια απομαγνητοφώνησης μίας σειράς εκπομπών που έλαβαν χώρα στο chimeres.fm. Γεγονός το οποίο ξεκίνησε ως ένα μικρό αφιέρωμα στο gothic και στην πορεία κατέληξε σ’ ένα μαραθώνιο που μας κράτησε παρέα για τρεις ολόκληρους μήνες και συνολικά παραπάνω από δεκαπέντε ώρες broadcasting.
Τα πρώτα δειλά βήματα προς τον γοτθικό κινηματογράφο εντοπίζονται στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο ήδη το 1896 έχουμε την εμφάνιση μιας μόλις 2 λεπτών διάρκειας ταινία, με τίτλο “Πύργος του Διαβόλου” και σε σκηνοθεσία του Ζορζ Μελιές, την οποία μπορούμε να θεωρήσουμε ως την πρώτη του είδους και στην οποία παρακολουθούμε μια νυχτερίδα να μεταμορφώνεται σε Μεφιστοφελή.
Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη άξια λόγου ταινία του είδους που μελετάμε, ήταν το “The Avenging Consience” του 1914 σε σκηνοθεσία του πολυπράγμων D.W.Griffith. Το θέμα της ταινίας βασίζεται στην πλοκή του κλασικού διηγήματος “The Tell Tale Heart – Η Προδότρα Καρδιά” του Poe και πραγματεύεται μια ιστορία για φόνο, με τις αντίστοιχες ενοχές του, διανθισμένο με σκηνές από τις “Ιστορίες του Γκροτέσκου και του Αραβουργήματος”.
Όμως οι πραγματικές ρίζες του γοτθικού κινηματογράφου βρίσκονται στη Γερμανία, η οποία έγινε διάσημη για την παραγωγή των schauerfilme (δηλαδή ταινιών που προκαλούν ανατριχίλα) κάπου ανάμεσα χρονικά στην ανασυγκρότηση της από τον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο και στην άνοδο των Ναζί στην εξουσία, τη δεκαετία του ’30.
Ο Γερμανικός εξπρεσιονισμός, ένα κίνημα που χρωστά πολλά στο γερμανικό ρομαντισμό, αλλά αναπτύχθηκε όχι τυχαία σε μια περίοδο κοινωνικής αστάθειας και φόβων, αποτελεί την πρώτη σοβαρή απόπειρα οργάνωσης των μύθων του σινεμά του φανταστικού, σ’ έναν ομοιογενή αισθητικό και θεματικό κύκλο. Τα schauerfilme δανείστηκαν από το θέατρο και τη λογοτεχνία τη χαρακτηριστική προσέγγιση του εξπρεσιονισμού, στην οποία η ατμόσφαιρα, η διάθεση και η ψυχολογία, είχαν τον πρώτο ρόλο.
Ιδιαιτέρως σημαντική, λοιπόν, στην ιστορία του γοτθικού κινηματογράφου, είναι η ταινία “Der Golem - Γκόλεμ” του 1914, βασισμένη σ’ έναν παλιό εβραϊκό μύθο, στον οποίο ένας άνδρας από πηλό αποκτά ζωή μέσα από αρχαίες καβαλιστικές τελετές για να υπερασπιστεί την εβραϊκή κοινότητα. Μια ταινία, αναμφίβολα προφητική για την εποχή της, αν αναλογιστούμε τι επακολούθησε κατόπιν στη Γερμανία.
Όμως η ταινία ορόσημο, στο είδος που εξετάζουμε είναι σίγουρα, “Το Εργαστήρι του Δρος Καλιγκάρι – Das Cabinet des Dr. Caligari” του 1919. Η σουρεαλιστική ιστορία της αφορά έναν κακό υπνωτιστή ονόματι Καλιγκάρι ο οποίος παρουσιάζει τον υπνωτισμένο Καίσαρα σ’ ένα πανηγύρι, υποστηρίζοντας ότι στην ημι-κωματώδη κατάστασή του, μπορεί να προβλέπει το μέλλον. Ο Καίσαρας προβλέπει τον θάνατο κάποιου πελάτη και τότε ο Καλιγκάρι εκπληρώνει την προφητεία στέλνοντας τον υπνοβάτη, μόλις πέσει η νύχτα, για να σκοτώσει όσους είχε προηγουμένως προειδοποιήσει. Σε κάθε σκηνή υπάρχει ένα ειδικό σκηνικό, το οποίο κατασκευάστηκε και ζωγραφίστηκε στο χέρι, για να ταιριάζει με την ατμόσφαιρα κάθε σκηνής. Θα δείτε έτσι για παράδειγμα, τον Καίσαρα, τον υπνωτισμένο τρόφιμο, να αιωρείται σ’ ένα δρόμο που μοιάζει να έχει ξεριζωθεί από κάποιον εφιάλτη, περιστοιχισμένο με παραμορφωμένα σπίτια και μελαγχολικά παράθυρα, τα οποία μαχαιρώνονται από αστραπές και σκοτεινιάζουν μέσα σε μαύρες σκιές…
Βέβαια, η αλήθεια είναι πως, όσο κι αν οι ταινίες αυτού του ρεύματος προκαλούν δέος και ενίοτε φόβο, η μόνη καθαρά ταινία τρόμου του γερμανικού εξπρεσιονισμού είναι το “Νοσφεράτου – Nosferatu”. Μια ελεύθερη διασκευή του Δράκουλα του Στόουκερ και πρώτη ταινία της βαμπιρικής μυθολογίας, που εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα με το λυρισμό και τη μουσικότητα των «βουβών» σκηνών της. Το Νοσφεράτου, μια αρχαϊκή λέξη της κεντρικής Ευρώπης που σημαίνει βρικόλακας, προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1922 και ήταν η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους με θέμα τους βρικόλακες. Ο Γκραφ Ορλόκ, το «τέρας» της ιστορίας, είναι ένας φαλακρός βρικόλακας που αφήνει πίσω του, ως αναγνωριστικό σημάδι την πανούκλα. Τον ομώνυμο ρόλο, ενσάρκωσε ένας ηθοποιός που αυτοαποκαλείτο Max Schreck (τον ίδιο ρόλο έπαιξε ο Klaus Kinski στο βαριά ατμοσφαιρικό remake του Werner Herzog το 1979), ο οποίος καλύπτεται ακόμα από ένα πέπλο μυστηρίου. Στην πραγματικότητα, Schreck ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμό του, μια λέξη που στα γερμανικά σημαίνει «τρόμος» ή «φόβος».
Ο συνδετικός κρίκος, που ένωσε τα γοτθικά schauerfilme με το ανερχόμενο Τρίτο Ράιχ της εποχής, απέκτησε σάρκα και οστά στο πρόσωπο του παράξενου τυχοδιώκτη και συγγραφέα επιτυχημένων βιβλίων Hanns Heinz Ewers. Το πιο επιτυχημένο βιβλίο του ήταν το Alraune (1911), το οποίο γυρίστηκε αρκετές φορές σε ταινία (το 1918, το 1928, το 1930 και το 1952), ενώ ο Ewers έγραψε πολλά σενάρια για schauerfilme, όπως την εκδοχή του φαουστικού μύθου της «συμφωνίας με τον Διάβολο» στο “Ο Φοιτητής της Πράγας – Der Student von Prag” το 1913.
Ο όρος «τρόμος» δεν είχε ακόμη εφευρεθεί έτσι ώστε να προσδιορίζει το είδος και το Hollywood της βωβής εποχής είχε μονάχα έναν σταρ που εξερευνούσε με επιτυχία τα γοτθικά θέματα. Ο Lon Chaney είχε εξαρχής ένα περίεργο πλεονέκτημα στη δουλειά του, καθώς προερχόταν από κωφάλαλους γονείς και έτσι είχε αναγκαστεί να εκφράζεται από νεαρή ηλικία με κινήσεις. Έγινε ιδιαιτέρως δημοφιλής στο χώρο των σκηνοθετών, διότι οι υποκριτικές του ικανότητες και το ταλέντο του στο μακιγιάζ του επέτρεπαν να ενσαρκώνει παραπάνω από έναν ρόλους σε μια ταινία (μάλιστα σε μια παραγωγή δολοφονεί τον εαυτό του). Αυτό του χάρισε τον τίτλο του «ανθρώπου με τα χίλια πρόσωπα». Η ταινία με την οποία έγινε διάσημος ήταν η κινηματογραφική μεταφορά της “Παναγίας των Παρισίων” του Βίκτωρος Ουγκό, το 1923. Η διασημότερη ερμηνεία του ωστόσο ήταν στον ομώνυμο ρόλο του στο “Φάντασμα της Όπερας” (The Phantom of the Opera) του 1925.
Ο ερχομός του ομιλούντος κινηματογράφου στα τέλη της δεκαετίας του ’20, σήμανε αυτόματα και το τέλος της καριέρας πολλών αστέρων, καθώς οι φωνές τους δεν μπορούσαν να φτάσουν στο ύψος του οπτικού τους ταλέντου. Το 1927 η Universal Pictures αγόρασε τα δικαιώματα του “Δράκουλα” του Bram Stoker για να ανεβάσει μια επιτυχημένη παραγωγή στο θέατρο. Τον ομώνυμο ρόλο ενσάρκωσε ένας Ούγγρος μετανάστης ονόματι Bela Lugosi. Το 1931 κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους η ομώνυμη ταινία, με τον ίδιο πάντα πρωταγωνιστή.
Ήταν τέτοια η επιτυχία της ταινίας, ώστε έκτοτε η ουγγρική έγινε η στερεότυπη προφορά του βρικόλακα, μολονότι η Τρανσυλβανία βρίσκεται στην πραγματικότητα στη Ρουμανία, μια περιοχή με πολύ διαφορετική προφορά. Ακόμα και η εμφάνιση του Lugosi – μαύρα μαλλιά τραβηγμένα πίσω και κάπα – καθιερώθηκε ως εικόνα του Δράκουλα, παρά τις διαφορές που παρουσίαζε σε σχέση με το μυθιστόρημα. Κάπως έτσι λοιπόν ο γοτθικός κινηματογράφος φτάνει και στην Αμερική σηματοδοτώντας για πολλούς το 1931 ως την ημερομηνία γέννησης της «ταινίας τρόμου».
Πλέον, το Hollywood είχε στα χέρια του ένα καινούργιο είδος προς εκμετάλλευση και η Universal γρήγορα προχώρησε στην παραγωγή μιας διασκευής του “Φρανκενστάιν” της Mary Shelley. Στον ρόλο του τέρατος επιστρατεύεται άλλος ένας εκπατρισμένος ηθοποιός, που μέχρι τότε αναλάμβανε δεύτερους ρόλους, ονόματι Boris Karloff ( το πραγματικό του όνομα ήταν William Henry Pratt).
Στο μεταξύ, πολυάριθμα στούντιο άρχισαν να κάνουν ότι και η Universal, αφού γνώριζαν ότι αυτό το καινούργιο είδος ταινιών τρόμου, έφερνε χρήματα σε μια εποχή στην οποία η οικονομική ύφεση απειλούσε να τους αφήσει όλους άνεργους. Συγκεκριμένες εφημερίδες, ένωσαν τις δυνάμεις τους με κάθε λογής εκκλησιαστικές ομάδες και διάφορους συλλόγους ομοίων αντιλήψεων, διαμαρτυρόμενοι για την άνοδο των ταινιών του συγκεκριμένου είδους. Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το παντοδύναμο δολάριο μιλούσε πιο δυνατά απ’ ότι εκείνοι και το κοινό συνέχιζε να πληρώνει για να δραπετεύει από τη μιζέρια της καθημερινότητας μπαίνοντας στον κόσμο του γοτθικού θεάματος.
Το 1934 γυρίστηκε μια ταινία φερόμενη ως διασκευή έργου του Edgar Alan Poe, η οποία είχε ως υποτιθέμενη πηγή έμπνευσης της, την Μαύρη Γάτα (The Black Cat). Τη σκηνοθέτησε ο Edgar G. Ulmer – άλλος ένας Γερμανός βετεράνος των schauerfilme – και ήταν εν μέρει εμπνευσμένη από τις σκανδαλώδεις δραστηριότητες του Aleister Crowley. Ο Ulmer, σκηνοθέτησε εδώ, για πρώτη φορά μαζί, τους Lugosi και Karloff σε μια από τις ζοφερότερες γοτθικές ταινίες αυτής της περιόδου. Ο λάτρης του Σατανά Hjalmar Poelzig, τον οποίο υποδύεται ο Karloff, και ουσιαστικά αποτίνει φόρο τιμής στον σπουδαίο εξπρεσιονιστή αρχιτέκτονα Hans Poelzig, συναντά τον παλιό του αντίπαλο, τον Lugosi δηλαδή, στο ρόλο του Vitus Werdegast (το οποίο μεταφράζεται ως «η ζωή γίνεται προσκεκλημένος»).
Το 1941 η Universal κυκλοφόρησε στις αίθουσες το “The Wolf Man – Ο Λυκάνθρωπος”, συμπληρώνοντας έτσι τη σειρά των κλασικών τεράτων και σηματοδοτώντας σταδιακά το τέλος της Χρυσής Εποχής του χολιγουντιανού Gothic. Στη συγκεκριμένη ταινία πρωταγωνιστούσε ο γιος του Lon Chaney όπου η αλήθεια είναι ότι ο ηθοποιός άλλαξε απρόθυμα το όνομά του από Cheighton Chaney σε Lon Chaney Jr., για να επωφεληθεί η εταιρία από το μύθο του πατέρα του. Παρότι ο Bela Lugosi περίμενε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τελικά έπαιξε το δευτερεύοντα ρόλο ενός τσιγγάνου λυκάνθρωπου σε μια τελευταία αναλαμπή της παρακμάζουσας πια σταδιοδρομίας του.
Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι, ο λυκάνθρωπος της ευρωπαϊκής λαϊκής παράδοσης μεταμορφωνόταν ηθελημένα χρησιμοποιώντας μαγεμένα δέρματα ζώων ή μαγικά φίλτρα, εξακολουθώντας ωστόσο να είναι ευάλωτος στα κοινά όπλα. Σε αντίθεση, οι κανόνες του Hollywood απαιτούσαν οι λυκάνθρωποι να είναι τριχωτοί άνδρες με κοφτερά δόντια, οι οποίοι «κολλούσαν την ασθένεια», όταν τους δάγκωνε ένας άλλος λυκάνθρωπος. Ενώ μεταμορφώνονταν, ανάλογα με τις φάσεις της σελήνης και ήταν ευάλωτοι μονάχα σε σφαίρες από ασήμι. Παρατηρούμε λοιπόν τη δύναμη, αυτού του νέου σχετικά είδους έκφρασης καθώς παρουσιάζεται το γεγονός, ότι όλα αυτά έχουν χαρακτεί τόσο βαθιά στη λαϊκή συνείδηση (όπως συνέβη και στην περίπτωση των βρικολάκων), ώστε στη σύγχρονη εποχή ο κινηματογράφος να θεωρείται ως η κύρια πηγή της λαϊκής μυθολογίας.
Στη δεκαετία του ’40 οι ταινίες τρόμου γνώρισαν σταθερά φθίνουσα πορεία όσον αφορά τόσο στην ποσότητα όσο και στην ποιότητα. Η βρετανική λογοκρισία, η οποία από καιρό δεν ενέκρινε αυτό το είδος, χρησιμοποίησε ως δικαιολογία τον ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο ώστε να τις απαγορεύσει για όσο διάστημα θα διαρκούσε ο πόλεμος.
Παρ’ όλα αυτά, αν και ο γοτθικός κινηματογράφος περνούσε περίοδο ισχνών αγελάδων, η δεκαετία του ’40 ανέδειξε κάποιες άξιες λόγου ατμοσφαιρικές ταινίες και συγκεκριμένα, αυτές που γύρισε για λογαριασμό του στούντιο RKO ο ρωσικής καταγωγής παραγωγός Val Lewton, ο οποίος επηρέασε τις δημιουργίες του, περισσότερο και από τους σκηνοθέτες, τους οποίους εξάλλου, ο ίδιος προσλάμβανε. Ξεχωρίζουμε ανάμεσα τους, το “Cat People – Φιλί της Μάγισσας“ του 1942 (ταινία που γυρίστηκε ξανά το 1981 με πρωταγωνίστρια την Nastassja Kinski σε μια αρκετά πιο πικάντικη εκδοχή), το “I Walked with a Zombie – Περπάτησε μ’ ένα Ζόμπι” του 1943 και φυσικά το “The Seventh Victim – Το Έβδομο Θύμα“, της ίδιας χρονιάς.
Η αυξανόμενη δημοτικότητα της τηλεόρασης τη δεκαετία του ’50 τρομοκράτησε αρχικά το Hollywood. Σε πρώτη φάση, ο κινηματογράφος χρησιμοποίησε διάφορα τεχνάσματα. Ένα από αυτά, ήταν το 1954 η προβολή μιας τρισδιάστατης ταινίας με τίτλο “Creature from the Black Lagoon – Πλάσμα της Μαύρης Λίμνης”. Μια αμφιβόλου ποιότητας νέα είσοδο στον κατάλογο των τεράτων της Universal. Αν και η αλήθεια είναι, ότι το ανθρωπόμορφο πλάσμα με τα λέπια ήταν περισσότερο αποκύημα επιστημονικής φαντασίας παρά ένα γοτθικό τερατούργημα, σημάδι της νέας μόδας που σιγά σιγά εξαπλωνόταν. Μιας μόδας, που ήθελε τα νέα κινηματογραφικά τέρατα του ’50, να προέρχονται περισσότερο από το διάστημα ή τη ραδιενέργεια και λιγότερο από το νεκροταφείο, ενδεικτικό του ψυχροπολεμικού κλίματος που επικρατούσε.
Βρισκόμαστε πια στην εποχή της rock ‘n’ roll μουσικής, εκεί όπου οι έφηβοι αναγνωρίζονται ίσως για πρώτη φορά, ως μια νέα ξεχωριστή ομάδα καταναλωτών, την ίδια στιγμή που το αυτοκίνητο γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, στην Αμερική. Και είναι όντας, το εφηβικό αυτό κοινό, που αντιμετωπίστηκε κυριολεκτικά και μεταφορικά, ως μάννα εξ ουρανού για τα μικρά στούντιο των B-movies. Κάπως έτσι λοιπόν, άρχισαν να πληθαίνουν τα drive-in, εκεί όπου η παρακολούθηση της ταινίας περνάει σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με άλλες δραστηριότητες, όπως οι ερωτικές περιπτύξεις ή η κατανάλωση αλκοόλ. Στοχεύοντας βασικά σ’ ένα κοινό χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, τα στούντιο της εποχής, ανταποκρίθηκαν άμεσα, γυρίζοντας απίστευτα φτηνές ταινίες, οι οποίες θα λέγαμε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ότι απλά προσβάλουν τη νοημοσύνη μας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών που προαναφέραμε, είναι η ταινία του 1959 με τίτλο “Plan 9 from Outer Space – Σχέδιο 9 από το Διάστημα“ του Edward D. Wood. Ταινία η οποία θα έμενε για πάντα στην αφάνεια, αν οι γνωστοί κινηματογραφικοί κριτικοί, αδερφοί Medved, στο επιτυχημένο τους βιβλίο του 1980 “The Golden Turkey Awards – Βραβεία Χρυσής Γαλοπούλας“ δεν την χαρακτήριζαν ως «η χειρότερη ταινία όλων των εποχών», χαρίζοντάς της μια ανέλπιστη φήμη ως cult ταινίας. Η αλήθεια είναι, ότι η μόνη σχέση του Wood με το Gothic που εξετάζουμε, είναι η στενή του φιλία με τον Bela Lugosi, τον οποίο χρησιμοποίησε και στις ταινίες του.
Κλείνοντας αυτό το πρώτο μέρος του σχετικού αφιερώματος, αισθάνομαι υποχρεωμένος να ευχαριστήσω τους ακροατές του chimeres.fm, χωρίς την υπομονή και τη βοήθεια των οποίων, δεν θα ήταν δυνατό να φέρουμε σε πέρας το έτσι κι αλλιώς, δύσκολο αυτό εγχείρημα.
αφιέρωμα στις ταινίες γοτθικού τρόμου – μέρος 1ο [baphomet]







