Μέχρι πριν από μερικές μέρες οι όμορφοι ήχοι από κομπρεσέρ και σκαφτικά μηχανήματα από ένα γειτονικό οικόπεδο ήταν αυτοί που έντυναν το πρωινό μου soundtrack. Δεν μπορώ να πω ότι με χαροποιούσε ιδιαίτερα η κατεδάφιση του συγκεκριμένου κτιρίου γιατί ήταν από τα λίγα εναπομείναντα στην περιοχή που είχαν υπαχθεί, στο πάλε ποτέ, πλαίσιο χαμηλού συντελεστή δόμησης, χωρίς βέβαια να αποτελεί και αρχιτεκτονική κληρονομιά.
Τα ίχνη που ακολουθούν μια κατεδάφιση, και παρουσιάζονται ως προβολές της τομής του κτιρίου στα γειτνιάζοντα, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον από μόνα τους, αν αναλογιστεί κανείς ότι για πρώτη φορά το εσωτερικό του κτιρίου εμφανίζεται στο δημόσιο μάτι. Στα ίχνη αυτά μπορείς να διαβάσεις τα κατασκευαστικά στοιχεία που κάποτε συγκροτούσαν το σκελετό του κτιρίου, είτε τα όρια του βάθους του οικοπέδου, είτε που βρισκόταν το κλιμακοστάσιο και πως ήταν σχεδιασμένο, είτε ακόμη και τα διαφορετικά δωμάτια, είτε... Είναι συναρπαστικό να γνωρίζεις κάτι που ήξερες μόνο επιφανειακά εκ των έσω, την στιγμή που αυτό παύει να υπάρχει. Το ίχνος άλλωστε είναι αποτέλεσμα, είναι η βεβαίωση ότι κάτι υπήρξε εκεί.
Όπως το μαρτυρά και η ίδια η λέξη, η ιχνηλασία είναι διαδικασία. Νιώθεις ότι το ένα ίχνος ξεκλειδώνει το επόμενο, νιώθεις ντέντεκτιβ, πρωταγωνιστής σ’ ένα στόρι κάποιων άλλων. Ο εντοπισμός ενός ίχνους είναι μια επιλογή και ακολουθείται από την ταυτόχρονη προβολή του στο παρελθόν. Αλλά τα ίχνη τα αναγνωρίζει κανείς ανάλογα με τις προθέσεις του, δηλαδή τα ενδύει με προσωπικές ή συλλογικές μνήμες. Βέβαια, όπως κάθε στοιχείο που ξετυλίγει μια αστυνομική ιστορία, το ίχνος μπορεί και παραπλανά, είτε γιατί δείχνει κάτι που δεν είναι είτε γιατί εμείς θέλουμε να δούμε αυτό που βλέπουμε, αδιαφορώντας για το τι πραγματικά μπορεί να είναι. Το ίχνος δηλαδή μπορεί να αποτελέσει πεδίο προβολής επιθυμιών αυτού που το αναγνωρίζει. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν είναι μια αντικειμενική αντιμετώπιση αλλά μια καθαρά προσωπική, και ίσως έχει την περισσότερη πλάκα, εκτός αν είσαι αρχαιολόγος (!).
Αυτή η μαγεία που κρύβει το ίχνος, η βεβαίωση ότι κάτι υπήρξε, κάτι συνέβη, με ώθησε να περάσω να δω την «πρόοδο των εργασιών» στο παρακείμενο οικόπεδο (άσε που σταμάτησαν τα κομπρεσέρ και σα να μου έλειψαν!)… Έκπληκτος, πέρα απ’ όλα αυτά τα κατασκευαστικά κτλ αρχιτεκτονικά μέλη, βρέθηκα μπροστά σε διάφορες τοιχογραφίες με τις οποίες είχαν διακοσμήσει οι κάτοικοι το εσωτερικό: ένα τραπέζι μπιλιάρδου μέσα σ’ ένα δάσος στον έναν όροφο, τριαντάφυλλα σε μαύρο φόντο σ’ ένα άλλο δωμάτιο, ψυχεδελικά σχήματα και χρώματα στον από κάτω όροφο. Μια ολόκληρη ιστορία ζωής παρέλασε μπροστά από τα μάτια μου. Ένιωσα σαν να γνώριζα τους κατοίκους αυτού του σπιτιού ή έστω πυροδότησε τη φαντασία μου να πλάσει ένα σενάριο…"Ο πατέρας που ήταν στην Αμερική σ’ ένα μπαρ όπου η ρομαντική Ελληνίδα σύζυγος τον γνώρισε γιατί είχε πάει να επισκεφθεί τον θείο της. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαθίστανται εδώ όπου μεγαλώνουν τον γιο, ο οποίος είχε επαναστατική εφηβεία, με μουσικές στη διαπασών που έκαναν τους γονείς να του βάζουν τις φωνές κάθε τόσο. Τώρα πια όμως μεγάλωσε, έφυγε φοιτητής στο εξωτερικό, αλλά δεν επέστρεψε, και πιθανότατα δεν σκοπεύει να το κάνει. Έτσι και το ζευγάρι πλέον αποφάσισε ότι δεν έχει ανάγκη τόσο μεγάλο σπίτι. Στα 100 μ2 του καινούργιου τους σπιτιού, το τραπέζι του μπιλιάρδου θα χωρέσει στο υπνοδωμάτιο του γιου περιμένοντας να τελειώσουν την παρτίδα που άφησαν στη μέση…"
Μα να… παραπλανήθηκα! Άτιμα ίχνη… Δεν πειράζει, τρέχω να αγοράσω μια στέκα μπιλιάρδου και επιστρέφω.







