Εγώ την πόρτα μου την είχα ανοιχτή...
Οι άνθρωποι ερχόντουσαν, έφευγαν, καθόντουσαν για λίγο ή πολύ, μιλούσαμε καμιά φορά, γελούσαμε, κι άλλες φορές πάλι, κλαίγαμε και αγκαλιαζόμαστε, κι η πόρτα ήτανε πάντα ανοιχτή, κι οι άνθρωποι πάντα μπορούσαν να έρθουν και να φύγουν....
Εγώ την πόρτα μου την είχα ανοιχτή...
Και για σένα, που είχες λάσπες στα παπούτσια σου, ανοιχτή την είχα. Και για σένα, που έμπαινες μονάχα για να πεις ότι κάπου έχεις να πας, και για τον άλλο που πέρναγε μόνο και μόνο για να γεμίσει τον κενό του χρόνο. Και τον κενό του εαυτό καμιά φορά.
Εγώ την πόρτα μου την είχα ανοιχτή...
Και συ, που ερχόσουνα μονάχα για να περάσεις την ώρα σου και να γεμίσεις τα κενά σου, μου είπες πως το σπίτι μου έχει πολύ φασαρία.
Και συ, που είχες λάσπες στα παπούτσια σου, μου είπες πως το πάτωμά μου είναι βρώμικο.
Και συ, που ήτανε η ζωή σου άδεια, μου φώναξες γιατί δεν είχε χώρο να κάτσεις στον μεγάλο καναπέ...
Και γω τώρα, βροντάω την πόρτα.
Κρατάω πίσω της, αυτούς που ήρθανε για μένα, αυτούς που γέλασα κι έκλαψα μαζί τους, κρατάω πίσω της μονάχα αυτούς που ξέρω πως θα βρούνε το χώρο τους στο μεγάλο καναπέ. Δεν θα 'μαι πια η γέμιση για κενούς ανθρώπους.
Νομίζω πως τώρα που έκλεισα με θόρυβο την πόρτα, έχω επιτέλους λίγη ησυχία...






