zine radio tv blog about archive contact
chimeres.gr Κάντε κλικ στο link για να ανοίξει ο player του συστήματός σας. Αν δεν ανοίξει ο player κι αντίθετα, κατέβει το αρχείο live.m3u στον δίσκο σας, κάντε κλικ στο αρχείο για να ξεκινήσει ο player. Αν και πάλι δεν ανοίξει, επιλέξτε χειροκίνητα τον player σας και ανοίξτέ το. play


 
 
feed twitter facebook
myspace flickr youtube
chimeres.gr

 
σημεία διανομής

αθήνα: αλφειός, βαβέλ, ελεύθερος τύπος, εναλλακτικό βιβλιοπωλείο, λεμόνι, πρωτοπορία, ναυτίλος, solaris, tilt, underground bookstore, αθήναιο, μικρό cafe, χάρτες, nosotros

θεσσαλονίκη: metropolis bookstore, σπηλιά των comics, λωτός, σπίρτο

γιάννενα: θυμωμένο πορτρέτο

λάρισα: 9 ριχτερ

φλώρινα: εν φλωροίνοι

χαλκίδα: magaret tattoo story

χάρτης σημείων διανομής

Creative Commons License
 
προτάσεις

alter factor
belle vue
scream
tranzistor
βαβυλωνία
ιός
red black zone
θέσεις
ευτοπία
banksy
stelarc
blaumachen
terminal119
xskull
gutenberg
indy
ανεξάρτηση
φαρφουλάς
απόγνωση
μαθητική γροθιά
 
τεύχος 17 - [2010-01-10]  



η πόλη της αν [χαρά ναούμ]

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝ δεν υπάρχει. Ξεκινάει να υφίσταται όπως τα όνειρα, αντί προλόγου, και σταδιακά να αφανίζεται, επινοημένη εξαρχής, όχι όμως να βυθίζεται κάπως ή να καταρρέει, έχοντας υποστεί κάποια έκρηξη ή να εγκαταλείπεται. Εντούτοις, κάτι πάντοτε απομένει από αυτήν, όχι ως υπενθύμιση κάποιας αρρωστημένης δόξας ή κάποιας πανάρχαιας αποκάλυψης, αλλά, μη όντας γραμμικός ο χρόνος και ακόμη πιο απόλυτα η ζωή, ως σπίθα που πιστοποιεί τ’ ανέκφραστα σε βάθος φόντου και προεκτάσεων, η ελάχιστη λάμψη που τίποτα δεν πυροδοτεί και τίποτα δεν φιλοδοξεί να επαναφέρει εν ζωή ή να αποτελέσει συνέχεια κάποιου εν δυνάμει θαύματος. Απλώς απομένει. Αντί επιλόγου.

ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΗ και όλες οι πόλεις αυτού του είδους αναπνέει, όχι επειδή κατοικείται έτσι απλά από έμβιους οργανισμούς, όχι επειδή πλαισιώνει ζωή και στεγάζει σφυγμούς. Ο ουρανός και οι ήλιοι της πάλλονται σαν πνευμόνια ξάστερα και όλοι της οι αστερισμοί, απομυζώντας τις μυριάδες λευκές ανάσες, ξεφυσούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, θροΐζοντας άπαντα τα λείψανα των μικροσκοπικών πεύκων που αγκαλιάζουν το υγρό χώμα και σκεπάζουν ακόμη πιο μικροσκοπικά, ζεστά σώματα εραστών. Δεν μοιάζουν όλα όμως τόσο ιδανικά πάντοτε, απεναντίας, κάποτε τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μοιάζει καν αληθινό και ουδεμία ερμητική απόπειρα πρόσληψης δεν στέκει ικανή να εξηγήσει. Υπάρχουν εκείνες οι φορές, λίγες εμφανώς, που η πόλη ασφυκτιά.

ΝΙΩΘΕΙ ΟΧΙ ΑΠΟ διαίσθηση, μα νιώθει πως πρέπει να ζήσει σ’ εκείνη την άλλη εποχή, την άλλη εκείνη διάσταση που περιγράφεται ελλειπτικά σε κιτρινισμένες σελίδες παμπάλαιων ημερολογίων, αφήνοντας μία υπεροπτική απουσία να στοιχειώνει τα μικρά πετρόχτιστα κατώφλια των σπιτιών, τ’ αφυδατωμένα από την ξηρασία, αφρόντιστα μικρά τοιχία, κάποτε λευκά, τώρα κάπως γκρίζα, που σε άλλη περίπτωση θα προμήνυαν την πραγματικότητα ενός ερειπωμένου μέλλοντος, ορθωμένα αγέρωχα στη θέαση ενός μικρού κατάφωτου κήπου που αχνοφαίνεται ως συνήθως. Στεγνώνει φίλους του απογευματινού καφέ, εκείνου του αδιόρατου, μικρού αβύθιστου υγρού, ελεεινά μαύρου, που καίει τα χείλη στο πρώτο ρούφηγμα κάθε απόγευμα, κάποια, πιθανώς, προκαθορισμένη ώρα. Κάποτε τα φλιτζάνια αδειάζουν παράλληλα με τα ερείπια των ανταλλασσόμενων λόγων που ολοένα και περισσότερο στάζουν – τόνοι χιονόνερου – στα λεκιασμένα απ’ τα χρόνια και τη χρήση παρατημένα βιβλία που εντοιχίζουν σε στοίβες τις εκάστοτε συντροφιές. Κανένας απογευματινός καφές δεν είναι ποτέ ίδιος με τον προηγούμενο. Οι κουβέντες πότε διακεκομμένες γραμμές, πότε άβυσσοι ολάκερες, σπάνια μεταμορφώνονται σε συγχρονισμένο διάλογο, ζωντανεύοντας τα ολόλευκα ξεθωριασμένα μαλλιά που πάλλονται σε κάθε κίνηση και κάποιες φορές χαϊδεύουν τα μακριά δάχτυλα που τρέμουν.

ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ζει οποτεδήποτε κι ας ασφυκτιά μεμψίμοιρος περιστασιακά. Κάποτε, εκείνα τ’ αμυδρά πισωγυρίσματα επιφέρουν τετραπλού εξαγνισμό, καθώς συναινούν στην  αέναη δημιουργία σκέψεων παροιμιωδών που συντροφεύουν κάθε πικρή γουλιά που εξοκέλλει από τα χείλη που καίγονται και σφίγγονται και δένονται και ενώνονται με το αιχμηρό των δοντιών. Και πάλι οι κουβέντες λύνουν το μικρό σκοτάδι που σχηματίζει, έχοντας αφήσει χαραμάδες, το στόμα. Καλύτερα κανείς να ζει οποτεδήποτε παρά οπουδήποτε, μετουσιώνοντας το παρελθόν σε παρόν και τούμπαλιν, ξεχνώντας ενίοτε που και πότε ξεκίνησε η σκέψη, πόσες ενδιάμεσα παρεμβλήθηκαν και πόσες ακόμη θα μεταβάλλουν το αδιάψευστο φλιτζάνι που αδειάζει αργά και τις απροσδιόριστες ερωταπαντήσεις σ’ έναν εξευμενιστικό χωρόχρονο που εύκολα δεν βρίσκει κάποιος τρόπους διαφυγής, αν δηλαδή ενδιαφέρεται να διαφύγει, και τρόπους ουσιαστικής απόσπασης.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΕΥΚΩΝΑΣ διαγράφεται αμυδρά πίσω από μία ρευστή, θα έλεγε κανείς, ομίχλη, σε ό,τι αφορά το νυχτερινό τοπίο, καθότι στο φως της ημέρας το μάτι αδυνατεί να διακρίνει το οτιδήποτε, όλα μια ανυπόφορη μάζα που πλημμυρίζει και εξαϋλώνει και την πιο στερεή αλήθεια αυτής της πόλης, τη νύχτα, λοιπόν, είναι ο μοναδικός πευκώνας που γίνεται αντιληπτός – δεν υπάρχει άλλος, εικάζω – και χαρίζει στην άυπνη πόλη κάτι να ονειρεύεται και κάτι να ακουμπάει τις εκπνοές της. Και όλη αυτή η αδιάλειπτη συνήθεια – γιατί για συνήθεια πρόκειται – διαρρηγνύει επιμελώς αυτά που το μάτι επιδιώκει να δει και ανασχηματίζει όσα αποφεύγει. Τετριμμένο πια μοτίβο στη σκέψη ο πευκώνας, εξ’ ου και η συνήθεια. Όλα τα πεύκα μαζί, ταυτόχρονα. Μία συνώθηση των αποχρώσεων του πρασίνου, που στη νύχτα μοιάζουν σκουριασμένες, μα ιδεώδεις παρόλα αυτά κι έτσι όπως κανείς απλώνει το χέρι του να τις αγγίξει, εκατοντάδες μέτρα μακριά, απ’ το πιο ψηλό μπαλκόνι, θαρρείς τις ακουμπά κι αίφνης χαμογελά, καθώς του φαίνεται ότι, πράσινος κι εκείνος, διαπρεπής, λαμπρός είναι πια διαπερατός και τότε προσπαθεί, κοιτάζοντας μπροστά, πάντα μπροστά, να αφανίσει ό,τι από αυτόν είναι ορατό.

ΣΧΕΔΟΝ ΠΑΝΤΟΤΕ, ΟΤΑΝ αφήνω αυτήν την πόλη, βηματίζω γοργά, κλείνω τα μάτια και περιέρχομαι, ανοίγω τα μάτια, πιάνω τοίχο, τα κλείνω· πάλι ο πευκώνας. Τ’ ανοίγω, η πόρτα που κάπου οδηγεί, τα κλείνω η έξοδος που πουθενά δεν βγάζει και πάλι εδώ, η πόλη ποιος ξέρει πόσα μίλια μακριά, σε λίγα λεπτά πουθενά δεν θα βρίσκεται πια και οι άχαρες σκιές αργά θ’ αλλοτριώνονται, όπως πάντα περιμένω, το ξέρω εξ’ αρχής, αμόλυντη ν’ αποδράσω επιτέλους απ’ το εσωτερικό μου.

ΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟ για όσους εμπεριέχονται πάντα σε κάτι που αφανίζει έννοιες όπως η προσμονή, το αίνιγμα, η απεραντοσύνη, η αποκάλυψη. Πάντοτε σ’ ένα πλαίσιο σφοδρό, αόρατο με μάτι γυμνό και σίγουρα επικίνδυνο χωρίς ξιφολόγχη. Ένα είναι βέβαιο. Πως το βράδυ αργεί, ο χειμώνας θραύει τα τζάμια αλλού, και καθετί γκρίζο έχει πια κατανικηθεί. Χάνεται ο ορίζοντας από το βλέμμα που ανθίζει πια περιστασιακά. Πάντα ν’ αφήνει κανείς αυτήν την πόλη.