Τα φώτα στους απύθμενους δρόμους της μητρόπολης είναι κίτρινα.
Στυφό λεμόνι και μια ιδέα ανίατης αρρώστιας.
Μικρά κι αμέτρητα σχηματίζουν κάθε λεπτό και νέο ουρανό.
Πάντα όμως λείπει το φεγγάρι.
Τη μέρα δε θυμάμαι πως είναι να σου πω, είμαι πάντα πίσω από ένα παράθυρο,
τα βράδια όμως κάνω μεγάλες βόλτες μέχρι να καεί ο ουράνιος θόλος απ’ τον πορτοκαλί ήλιο.
Είναι μεγάλες λωρίδες μαύρου βελούδου…
Έχουν παλάτια από ξύλο, δάση με γιασεμιά, κορίτσια σε λευκά φουστάνια κι άντρες με όμορφα χαμόγελα.
Και τα παιδιά… αχ τα παιδιά, ζωή και γέλια γύρω από σχισμένα γόνατα…
Και τα νερά… πότε γαλάζια και πότε πράσινα…σαν βλέμματα από το παρελθόν που σε χαϊδεύουν απροκάλυπτα… κάνεις τα πάντα, μα δεν μπορείς να αντισταθείς… μαγνητικό πεδίο ισχυρών δυνάμεων κι η βαρύτητα σε σπρώχνει να χαθείς μέσα στην δροσιά τους.
Υπάρχουν όμως και νύχτες όπου η γαλήνη εκπορνεύεται, όλοι διψούν για βία και ματωμένα σεντόνια… όπως το βράδυ που ξέσκισα τη χαρά μου με τα νύχια μου κι άδειασα στο στήθος σου τις σφαίρες ενός γεμάτου ρεβόλβερ…
Κηδείες εδώ δε γίνονται, μόνο πίνουμε καμιά φορά στη μνήμη που εμποδίζει τη λήθη.
Άλλη φορά να ρωτάς πριν μπεις σε τέτοια μητρόπολη, δεν είμαστε όλοι απ’ το ίδιο χαρμάνι…
Άντε φύγε, έτσι κι αλλιώς είχες έρθει για λίγο…
Χάσου τώρα…
ιστορία της μητρόπολης 1# [σελήνη]







