Χρόνιασαν και πάλιωσαν μα όλο
δυναμώνουν. Τρεφόμενες με εθελούσια παράδοση εσένα και εμένα. Αυλάκια
σκαμμένα είναι αυτές, και εμείς απλές σταγόνες, απαρέγκλιτοι ακόλουθοι
σε χαραγμένο ρέμα.
Ένας
τόπος γεμισμένος κανόνες. Κοίτα 'κει το καρφωμένο λάβαρο της πίστης.
Παρά πέρα σημαίες κόκκινες βαμμένες, επαναστατικές. Ζερβότερα ένας
χρυσόστρωτος θόλος, με την πολυτέλεια και τον πλούτο θρονιασμένους. Και
αριστερότερα χίλιες ηθικές ξερακιανές να παλεύουν για του υψηλότερου
λόφου τη θέα. Και εμείς, εκεί να ψάχνουμε να αγκαλιάσουμε ένα ρημάδι.
Σημαδεμένα λαχεία μιας πραγματικότητας δανεικής και ανακυκλώσιμης.
Τιμωρία μας της οκνηρίας να πλάσουμε ένα δικό μας κόσμο.
Άραγε θα μου τη λύσεις τούτη την απορία;
Πως
ζητιανεύουμε για πρόοδο όταν χρησιμοποιούμε την ιστορία και την
υφιστάμενη γνώση μόνο ως ένα συντηρητικό θεσμό φορεμένο σε στατικές
αξίες που εγκλωβίζουν νου και σκέψη σε αναπόδραστες παγίδες;
Και εγώ εδώ, τι δικαιολογίες να προτάσσω που σε κάρφωσα σε πολυθρόνα αναπηρική;
Πως να απολογηθώ, αφού κολυμπώντας στην πισίνα τους θα απαγγέλλω όποιες
ανυπόστατες συγνώμες; Ίσως είναι που πάντα γύρευα έναν διάλογο μαζί σου.
Ίσως είναι που πάντα ικέτευα των ψιθύρων σου.
Ίσως είναι που τώρα στην απουσία σου τρέμω μια οριστική εγκατάλειψη.
Συνείδηση, άραγε μ' ακούς;
οι χιλιοτρυπημένες τους σημαίες, που (ακόμα) κυριεύουν [kioy]






