Είναι διαδεδομένο εδώ και κάτι χρόνια, η κατοχυρωμένη δημοσιογραφία να κατασκευάζει ανεύθυνα σχήματα-πυροτεχνήματα. Άλλο ένα είναι και αυτό περί άνοιξης, άνθισης και λοιπών μεταφυσικών κολακευμάτων του ελληνικού κινηματογράφου. Όχι δε θέλω να μειώσω με αυτές τις θέσεις τις αριστουργηματικές ελληνικές ταινίες που είδαμε αυτή την περίοδο. Όμως τόσο ο Λάνθιμος, ο Τσίτος, ο Κούτρας, αλλά και οι υπόλοιποι αξιοποίησαν (μόνο) τα δικά τους ταλέντα και τις προσωπικές τους ικανότητες για να ποιήσουν τις δημιουργίες τους. Και αν η παραγωγή των συγκεκριμένων ταινιών υλοποιήθηκε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αυτό είναι περισσότερο τυχαιοκρατικό παρά στηριζόμενο σε κάποιους απτούς αιτιοκρατικούς παράγοντες.
Πρωτίστως πρέπει να αντιληφθούμε πως η Τέχνη δεν έχει εθνική ταυτότητα. Η Τέχνη είναι πανανθρώπινη, απευθύνεται καθολικά, ανεξαρτήτως των δημογραφικών χαρακτηριστικών του εκάστοτε κοινού. Και αν κάποιος επιθυμούσε μια εθνικότροπη κατάταξη της Τέχνης ανάλογη του γλωσσικού αλφαβήτου, τότε θα ήταν χρήσιμη η παρακάτω διαπίστωση: «Η Τέχνη γεννάται απ’ την ανεξέλεγκτη ορμή και ώθηση μιας μύχιας ανησυχίας, ενός ή περισσότερων ατόμων, που πασχίζει να βρει έκφραση σε κάποιο απτό καλλιτεχνικό πεδίο έκφρασης. Όμως αυτές οι ωθήσεις, οι ανησυχίες και τα ερεθίσματα, που βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, είναι άυλα, και ως τέτοια, άυλα δηλαδή στοιχεία, είναι ανεξάρτητα του γλωσσολογικού φορμαλισμού του εκάστοτε έθνους.» Ασφαλώς, το πρωτόλειο υλικό που μορφώνει τον αόρατο έσω κόσμο μας, και προφανώς και του καλλιτέχνη, είναι η πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το εξωτερικό μάτι, είναι το πρωτογενές υλικό, βάση του οποίου το εσωτερικό μάτι απεικονίζει τον νέο υποκειμενικό του κόσμο. Και μόνο αν δεχτούμε κάπως αυθαίρετα και απλουστευτικά να τεμαχίσουμε την πραγματικότητα σε εθνικά γεωγραφικά χωράφια, μπορούμε να επιδώσουμε κάποιον εθνικό χαρακτήρα στην Τέχνη.
Η ταινία όμως εκτός από Τέχνη, είναι και οικονομικό προϊόν. Και μάλλον το ακριβότερο καλλιτεχνικό προϊόν. Άλλωστε αυτή η ακρίβεια έχρησε τον κινηματογράφο, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη, ως τη μαζικότερη λαϊκή τέχνη. Ο οικονομικός χαρακτήρας του, διαφαίνεται τόσο στη διαδικασία παραγωγής του, όσο και σε αυτή της διανομής του. Ωστόσο στα πλαίσια του κειμένου θα αναφερθούμε στη διαδικασία της παραγωγής. Μια ταινία για να παραχθεί χρειάζεται οικονομικά κεφάλαια. Τα οποία διατίθενται είτε από κάποιον ιδιώτη, είτε από την Πολιτεία. Η οικονομική χρηματοδότηση από τους ιδιώτες είναι ένα γενικόλογο κεφάλαιο, που δεν έχει κάποιο νόημα να το συζητήσουμε την παρούσα στιγμή. Ασφαλώς και εξαρτάται από την κινηματογραφική παιδεία του εκάστοτε ιδιώτη, αλλά και κυρίως από τα επενδυτικά κίνητρα που παρουσιάζει η χρηματοδότηση μιας συγκεκριμένης ταινίας. Τα επενδυτικά κίνητρα καθορίζονται από την προδιαγραφόμενη εμπορική επιτυχία της ταινίας, η οποία με τη σειρά της καθορίζεται από τις κινηματογραφικές προτιμήσεις, δηλαδή την παιδεία και την κουλτούρα, του κοινού. Αλλά ας επιστρέψουμε στα κεφάλαια που αντλούνται από την Πολιτεία, τα οποία αποτελούν (θεωρητικά) ένα μεγάλο ποσοστό της χρηματοδότησης. Η διάθεση των κεφαλαίων απ’ την Πολιτεία, ως προς τον τρόπο αλλά και την ποσότητα, ρυθμίζεται απ’ τη συγκεκριμένη (κινηματογραφική) νομοθεσία του εκάστοτε έθνους. Αν ανατρέξουμε στα σχετικά νομοπλαίσια της Ελλάδος είναι εύκολο να αντιληφθούμε τον ελαττωματικό τρόπο με τον οποίο θεωρητικά υποβοηθάται η παραγωγή μιας ταινίας. Αλλά και να διαπιστώσουμε το ανεφάρμοστο του νόμου. Το 80% των κρατικών κονδυλίων καταλήγουν σε λοιπές διαδικασίες διαχείρισης, διάθεσης, προβολής κλπ, και μόνο το 20%, χονδρικά υπολογισμένα, καταλήγει στην παραγωγή της καλλιτεχνικής ταινίας. Ένας καλλιτέχνης βάσει της εθνικότητας του, ή καλύτερα της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται, είναι αναγκασμένος να λειτουργήσει – ή καλύτερα να υφίσταται - εντός των εθνικών του νομοπλαισίων. Και να λοιπόν πως υφίσταται ο ελληνικός κινηματογράφος! Όχι ως προς την Τέχνη, η οποία όπως είπαμε είναι πανανθρώπινη, παγκόσμια και πανσυμπαντική, αλλά ως προς την υλοποίηση και την παραγωγή, η οποία δεν είναι καλλιτεχνική διαδικασία. Αλλά επιχειρηματική! Και να ο λόγος που οι ελληνικές ταινίες είναι φτωχές. Όχι ως προς τη σύλληψη και την Τέχνη τους, αλλά ως προς την παραγωγή τους.
Έτσι η ορθολογικά δίκαιη ύπαρξη των «πολιτικά» δραστήριων «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη», μόνο άνοιξη του ελληνικού κινηματογράφου δε σημαίνει. Για αυτούς που τους αρέσουν τα οξύμωρα σχήματα, σημαίνει βαρυχειμωνιά. Καθώς αυτή η ύπαρξη, υποκαταστάτρια των συνδικαλιστικών οργάνων, υποκινείται απ’ την καταναγαστικότητα του σχηματισμού μιας συλλογικότητας που θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τα μηχανιστικά γρανάζια, τη νομοθετική μεμβράνη και το εξουσιοδοτημένο σύμπλεγμα που συγκροτούν αυτό που λέμε ελληνικός κινηματογράφος! Και όχι την Τέχνη.
Επιτρέψτε μου να πω, πως, με τη μη ανάλογη κινητοποίηση του κινηματογραφικού κοινού, και την έλλειψη της στοιχειώδους κινηματογραφικής παιδείας, αργεί να ξημερώσει… Γιατί αν η Πολιτεία δε θέλει να χρηματοδοτήσει, ο επόμενος άμεσος χρηματοδότης είμαστε εμείς και οι προτιμήσεις μας!






