Έρωτας καλοκαιρινός
που μας βγήκε
και χειμωνιάτικος.
Μετά πήρε
σβάρνα
και άλλες εποχές.
Τέλειωσε η ιστορία
κάποια στιγμή.
Ήμουν στην πόλη,
σε ένα
από αυτά τα σημεία
που από ψηλά
βλέπεις θάλασσα.
Πάνω στη μηχανή
κανονική πορεία.
Την έφερα στο μυαλό,
μάλλον γιατί είδα αυτό
το μπλε στο βάθος.
Και ενώ πήγαινα με τη μοτόρα,
βλέπω πάνω
στον ώμο μου
συνοδεία
χρωματιστή πεταλούδα.
Λέω τι γίνεται;
Αρχίσανε τα θαύματα
ή έστειλε αγγελιοφόρο
για τα χαιρετίσματα;
από την συλλογή
«Με την Τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;»






