Υπάρχει ένα σπίτι σε μια μικρή πόλη, που μοιάζει ακατοίκητο. Μικρό, με σκούρους τοίχους σε καφετί αποχρώσεις, με μια κεραμωτή σκεπή κι ένα μπαλκόνι με σχεδόν σάπια κάγκελα. Είναι περίπου διώροφο και το συνδέει με το έδαφος μια πέτρινη σκάλα.
Βρίσκεται δίπλα σ’ ένα ποτάμι. Μικρό ποτάμι, όπως η πόλη που τη διασχίζει. Ανάμεσα στο ποτάμι και το σπίτι μεσολαβεί ένας δρόμος. Περνώ κάθε μέρα από ‘κει. Το σπίτι είναι χτισμένο σαν καταμεσής του δρόμου. Ή ίσως και ο δρόμος να φτιάχτηκε παραβιάζοντας το σπίτι, αναγκάζοντας το να γίνει επίκεντρο, πέρασμα! Περνάν πολλά αμάξια από ‘κει κάθε μέρα. Ακόμα και λεωφορεία περνάν από μπροστά του και νιώθεις ότι θα το σπρώξουν με τον όγκο τους.
Όταν το πρωτοείδα είχε κλειστά παραθυρόφυλλα, σαν σφραγισμένα μάτια. Το τύπωσα λοιπόν στο νου μου ως αφημένο στην μοίρα του και υπέθεσα ότι οι άνθρωποι το άφησαν ενοχλημένοι από την κεντρικότητα του πλέον. Την επόμενη όμως μέρα που βρέθηκε στον δρόμο μου, διαπίστωσα ότι στην πέτρινη σκάλα του καθόταν ένας γεράκος. Προσπέρασα το γεγονός και το σπίτι, σκεφτόμενη ότι κάποιοι άνθρωποι ευτυχώς το νοιάζονται. Την άλλη μέρα ο ίδιος γεράκος καθόταν πάλι στο πλατύσκαλο του σπιτιού. Έκανα να το προσπεράσω ξανά, αλλά ένα βήμα μετά αντιλήφθηκα ότι ο γεράκος καθόταν γυρισμένος προς το ποτάμι και τον δρόμο, κι όχι ευθεία στο πλατύσκαλο. Τον παρατήρησα στιγμιαία και διαπίστωσα ότι τον ενοχλούσε αυτή η άβολη στάση.
Κάθε μέρα που περνάω πάντα βρίσκεται ένας ή δυο άνθρωποι στα σκαλιά της πέτρινης σκάλας γυρισμένοι προς το ποτάμι και τον δρόμο. Πότε ο γεράκος, πότε μια γιαγιούλα με εμπριμέ τσεμπέρι, κάποιες φορές μαζί τους και ο μεσήλικας γιος τους. Το βλέμμα τους δεν αγναντεύει το ποτάμι ή τα περαστικά αυτοκίνητα. Μοιάζει να κοιτά με αγωνία να προσμένει κάποιον ή κάτι να φανεί. Όσο κι αν έψαξα, που εστιάζει η όρασή τους, ποτέ δεν εντόπισα κάτι. Το σπίτι και οι κάτοικοί του, μου είχαν εξάψει την περιέργεια. Έπρεπε να μάθω τι ακριβώς προσμένουν κάθε μέρα στο κατώφλι με τόση προσήλωση. Έπρεπε, αλλά δεν μπορούσα να το μάθω από πουθενά. Όσους κι αν ρώτησα, δεν ήξεραν να μου πουν. Άλλοι, δεν είχαν καν προσέξει το σπίτι.
Χάνοντας κάθε ελπίδα πλέον να μάθω τι συμβαίνει, περνούσα μπροστά από το σπίτι προσέχοντας κάθε φορά τους κατοίκους του στο πλατύσκαλο, μα απογοητευμένη το προσπερνούσα. Στο μυαλό μου στιγμιαία αναδυόταν οι ερωτήσεις, «Μα τι περιμένουν; Που κοιτάνε;», αλλά αμέσως σκεφτόμουν ότι μάταια παιδεύομαι να ξεδιψάσω την φαντασία μου με μια λύση.
Πέρασε ο καιρός και ένα χιονισμένο πρωινό προχωρώντας στον δρόμο, είδα μια ηλικιωμένη κυρία να γλιστρά στον πάγο και να πέφτει. Έτρεξα να την βοηθήσω κι αφού μου έδωσε όσες ευχές μπορούσε να θυμηθεί, μου έπιασε την κουβέντα. Απαντούσα κυρίως από ευγένεια. Δεν ήθελα να την προσβάλω και να την στενοχωρήσω, καθώς το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πόσο ήθελα να συνεχίσω πάλι τον δρόμο μου. Όμως ανάμεσα στις ερωταποκρίσεις ευγενείας, κουδούνισε στα αυτιά μου η πληροφορία, πως μένει δίπλα στο καταμεσής του δρόμου σπίτι.
Άρχισα να την ρωτάω για το σπίτι αρχικά και τους ενοίκους του μετά. Με ενημέρωσε, όλο χαρά για το ξαφνικό μου ενδιαφέρον, πως η οικογένεια που μένει εκεί ζει ένα μεγάλο δράμα. Πάνε πολλά χρόνια που ο γιος τους αγαπούσε μια κοπέλα. Η μάνα του όμως δεν την έβλεπε με καλό μάτι. Κάτι είχε ακουστεί στην γειτονιά για δαύτη πως η μητέρα της ήταν «μάγισσα». Έτσι η μάνα του γιου έφερνε όσο μπορούσε αντιρρήσεις. Δεν μπόρεσε όμως να σταματήσει τον αρραβώνα. Ένα πρωινό την έστειλε στο μπαλκονάκι της σοφίτας να απλώσει την μπουγάδα. Την ώρα που βρισκόταν στο μπαλκόνι, αυτό κατέρρευσε απότομα και το κορίτσι σκοτώθηκε. Ο κόσμος είπε ατύχημα, μερικοί είπαν ότι είχε ακονίσει τα κάγκελα η πεθερά της αδικοχαμένης. Πέρασε καιρός όμως και μαθεύτηκε, ότι το σπίτι στοιχειώθηκε από την κόρη που κάθε βράδυ εμφανίζεται στον αρραβωνιαστικό και τους γονείς του και τους λέει πως από αυτή δεν θα μπορέσουν να ξεφύγουν. Θα πάψει να έρχεται στον ύπνο τους, μόνο σαν την δούνε μέρα να έρχεται από το δρόμο προς το σπίτι τους, φορώντας ένα κόκκινο φουστάνι.
Τώρα πια, κάθε φορά που περνάω μπροστά από το σπίτι και αντικρίζω στα σκαλιά την μάνα ή τον γιο, κοντοστέκομαι κι εγώ λίγο πιο πέρα και ψάχνω με το βλέμμα μου να συναντήσω, έστω κάποια υποψία, κόκκινης απόχρωσης.






