«Μα… καλέ, είσαι το παιδί του Τζόε Ντέηβις;»
«Ναίσκε» είπε ο οδηγός.
«Και γιατί κάνεις αυτή τη δουλειά και πας ενάντια στους δικούς σου;»
«Τρία δολάρια τη μέρα. Βαρέθηκα πια να σέρνομαι για να βγάλω το ψωμί μου – και δίχως να το βγάζω καν. Έχω γυναίκα και παιδιά. Πρέπει να φάνε. Τρία δολάρια μεροκάματο, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει».
«Σωστά» είπε ο νοικάρης. «Μα για να βγάλεις εσύ τα τρία σου δολάρια τη μέρα, δεκαπέντε ως είκοσι φαμίλιες μένουν νηστικές. Κοντά εκατό νομάτοι αναγκάζονται να φύγουν και να τριγυρνούν στους δρόμους για να βγάλεις εσύ τα τρία σου δολάρια τη μέρα. Είναι σωστό αυτό;»
Κι ο οδηγός είπε: «Δε μ’ ενδιαφέρει. Μ’ ενδιαφέρουν μόνο τα παιδιά μου. Τρία δολάρια τη μέρα, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει. Άλλαξαν οι καιροί, πατριώτη, δεν το πήρες είδηση; Δεν μπορείς να ζήσεις απ’ τη γης, εξόν αν έχεις δικά σου δύο, πέντε, δέκα χιλιάδες στρέμματα κι ένα τρακτόρι. Η γης δεν είναι πια για μικρονοικάρηδες όπως εμείς. Δεν μπορείς να κάνεις κιχ, αν δεν είσαι ο Φορντ ή αν δεν είσαι η τηλεφωνική εταιρεία. Έτσι είναι τώρα με τη γης. Τίποτα δε γίνεται πάνω σ’ αυτό. Κοίτα να βρεις κι εσύ μια θέση με τρία δολάρια τη μέρα. Είναι το μόνο που έχεις να κάνεις».
Ο νοικάρης συλλογιόταν. «Περίεργο πως είναι τα πράγματα. Ένας που έχει ένα δικό του κτηματάκι, το κτήμα του είναι αυτός ο ίδιος, ένα κομμάτι από τον εαυτό του, σαν τον ίδιο τον εαυτό του. Αν έχει κτήμα δικό του, μπορεί να περπατά μέσα στο κτήμα του, να το δουλεύει, να λυπάται αν δεν πάει καλά το κτήμα, να χαίρεται σαν το ποτίζει η βροχή, το κτήμα του είναι ο εαυτός του, νιώθει, σαν να λέμε, πιο μεγάλος που ‘ναι δική του η γης. Ακόμα κι αν δεν πετύχει, είναι μεγάλος εξαιτίας που έχει το δικό του κτήμα. Έτσι είναι».
Κι ο νοικάρης συλλογιόταν ακόμα. «Αν όμως ένας άνθρωπος έχει ένα κτήμα που δεν το είδε ποτέ του, ή που δεν έχει καιρό να βάλει το χέρι του στο κτήμα, ή που δεν έχει καιρό για να βρίσκεται εκεί πέρα για να πατάει το χώμα του, τότε το κτήμα είναι ο άνθρωπος. Δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, δεν μπορεί να συλλογιέται όπως θέλει. Το κτήμα είναι ο άνθρωπος, είναι πιο δυνατό από εκείνον. Κι αυτός είναι μικρός, όχι πια μεγάλος. Μονάχα η περιουσία του είναι μεγάλη – κι αυτός είναι δούλος της. Κι αυτό έτσι είναι».
Ο οδηγός μάσαγε την αρπαγμένη πίτα και πέταξε την κρούστα της. «Οι καιροί αλλάζουν, δεν το πήρες είδηση; Τα παιδιά δε θρέφονται με το να συλλογιέσαι τέτοια πράγματα. Παίρνεις τρία δολάρια τη μέρα, θρέφεις τα παιδιά σου. Μόνο τα δικά του παιδιά πρέπει να συλλογιέται ο καθένας. Μπορεί ν’ ακούγεται τ’ όνομά σου με κάτι τέτοιες κουβέντες, μα δε θα δεις ποτέ στο μάτι σου τρία δολάρια τη μέρα. Οι μεγαλοκαρχαρίες δε θα σου δώσουν τρία δολάρια τη μέρα, εξόν αν δε σκοτίζεσαι για τίποτ’ άλλο, παρά μονάχα για τα τρία σου δολάρια τη μέρα».
«Κοντά εκατό νομάτοι θα πεταχτούν στο δρόμο για τα τρία σου δολάρια. Που θα πάμε;»
«Αυτό μου θυμίζει» είπε ο οδηγός, «πως καλύτερα να φύγεις το γρηγορότερο. Το απομεσήμερο θα οργώσω την αυλή».
«Σήμερα το πρωί μου μόλωσες το πηγάδι».
«Το ξέρω. Έπρεπε το αυλάκι να τραβηχτεί ολόισια. Και το απομεσήμερο θα οργώσω την αυλή σου. Τα αυλάκια πρέπει να χαράζονται ολόισια. Και μια και γνωρίζεις το γέρο μου, τον Τζόε Ντέηβις, θα σου πω κι αυτό. Έχω διαταγή, όπου απομένει ακόμα καμιά οικογένεια – μπορεί να συμβεί και κανένα δυστύχημα – καταλαβαίνεις, να πάει το τρακτόρι πάρα πολύ κοντά και να ξεκοιλιάσει το σπίτι λιγουλάκι – και μπορεί να πάρω και δυο δολάρια γι’ αυτή τη δουλειά. Κι ο πιο μικρός μου γιος δεν ξέρει ακόμα τι θα πει παπούτσι».
«Το ‘χτισα με τα χέρια μου. Ίσιωσα παλιά καρφιά για να το ντύσω με σανίδια. Τα δοκάρια της σκεπής είναι δεμένα με σύρμα. Το σπίτι είναι δικό μου. Εγώ το ‘χτισα. Για κάνε πως το ρίχνεις – θα στέκομαι στο παράθυρο με το ντουφέκι. Κάνε μονάχα πως έρχεσαι πολύ κοντά και θα σου την ανάψω σαν να ‘σουνα λαγός».
«Δε φταίω εγώ. Τίποτα δεν περνάει απ’ το χέρι μου. Θα χάσω τη θέση μου αν δεν το κάνω. Και άκου: Πες πως με σκοτώνεις. Θα σε κρεμάσουν, μα πολύ πριν να σε κρεμάσουν, θα ‘χουν βάλει κιόλας στη θέση μου κανέναν άλλον πάνω στο τρακτόρι και θα σου γκρεμίσει αυτός το σπίτι. Δε θα σκοτώσεις τον πραγματικό φταίχτη».
«Έτσι είναι» είπε ο νοικάρης. «Ποιος σου ‘δωσε τη διαταγή; Αυτόν θα κυνηγήσω. Αυτός είναι για σκότωμα».
«Κάνεις λάθος. Κι αυτός πήρε τη διαταγή από την Τράπεζα. Η Τράπεζα του λέει: “Διώξ’ τους αυτούς από τα σπίτια τους, ειδεμή θα σε διώξουμε από τη θέση”».
«Μα η Τράπεζα έχει διοικητή. Έχει συμβούλιο. Θα γεμίσω το ντουφέκι μου και θα πάω στην Τράπεζα».
Ο οδηγός είπε: «Κάποιος μου σφύριξε πως η Τράπεζα πήρε διαταγές από πιο ψηλά: “Ή θα μας δώσετε κέρδη από τη γης, ή θα σας κλείσουμε”».
«Μα που σταματά η αλυσίδα; Ποιον πρέπει να σκοτώσουμε; Δεν το ‘χω σκοπό να πεθάνω από την πείνα, πριν σκοτώσω αυτόν που με κάνει να πεθάνω από την πείνα».
«Δεν ξέρω. Μπορεί και να μην υπάρχει κανένας για σκότωμα. Μπορεί και να μην είναι ανακατεμένοι άνθρωποι σε όλ’ αυτά. Μπορείς, όπως έλεγες, να τα κάνει όλ’ αυτά η ιδιοκτησία. Όπως κι αν είναι, σου είπα τις διαταγές που έχω».
«Πρέπει να το σκεφτώ» είπε ο νοικάρης. «Όλοι μας πρέπει να το σκεφτούμε. Πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος για να σταματήσει το κακό. Δεν είναι όπως ο σεισμός ή το αστροπελέκι. Είναι μια συμφορά που την έφτιαξαν οι άνθρωποι, κάτι που, μα το Θεό, μπορούμε να το αλλάξουμε». Ο νοικάρης κάθισε στο κατώφλι του σπιτιού του, κι ο οδηγός έβαλε μπρος τη μηχανή του και ξεκίνησε μέσα σ’ ένα μπουμπουνητό, η γης ανασκαλευόταν μες στα αυλάκια, οι βολοκόποι χτένιζαν και οι φαλλοί του σποροχύτη ξεχύνανε μέσα στη γης. Το τρακτόρι πέρασε μεσ’ απ’ την αυλή, και το σκληρό και χιλιοπατημένο χώμα σπάρθηκε χωράφι, και το τρακτόρι ξαναπέρασε από πάνω άλλη μια φορά, απόμεινε ανασκάλευτη μια έκταση τριάμισι μέτρα πλάτος. Γύρισε πάλι πίσω. Ο σιδερένιος προφυλακτήρας μπήχτηκε στη γωνιά του σπιτιού, γκρέμισε τον τοίχο, ξεχαρβάλωσε το σπιτάκι απ’ τα θεμέλια, κι έτσι έγειρε στο πλάι, τσακισμένο σαν να ‘ταν κοριός. Κι ο οδηγός φορούσε παρωπίδες, και μια καουτσουκένια μάσκα του σκέπαζε τη μύτη και το στόμα. Το τρακτόρι έσκαψε ένα ολόισιο αυλάκι και ο αέρας και η γης δονούνταν απ’ το μπουμπουνητό. Ο νοικάρης το παρακολουθούσε με το μάτι, με το ντουφέκι του στο χέρι. Πλάι του στεκόταν η γυναίκα του και πίσω τα παιδιά, ακίνητα. Και όλοι τους παρακολουθούσαν το τρακτόρι.
---------------------------------------------------
Η δυτική χώρα σε νευρική ανησυχία με τη μεταβολή που αρχίζει. Οι Δυτικές Πολιτείες σε νευρική ανησυχία σαν άλογα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα. Οι μεγάλοι ιδιοκτήτες σε νευρική ανησυχία με το προαίσθημα μιας μεταβολής, μην καταλαβαίνοντας τίποτα σχετικά με τη φύση της μεταβολής. Οι μεγάλοι ιδιοκτήτες χτυπώντας τις άμεσες εκδηλώσεις, τις ολοένα μεγαλύτερες δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, την ολοένα μεγαλύτερη ενοποίηση της εργατιάς, χτυπώντας τους καινούργιους φόρους, τα οικονομικά μέτρα, μην καταλαβαίνοντας πως όλ’ αυτά είναι αποτελέσματα, όχι αιτίες. Οι αιτίες είναι βαθιές και απλές – αιτίες είναι η πείνα ενός στομαχιού πολλαπλασιασμένη στο εκατομμύριο, η πείνα μιας ψυχής, πείνα για χαρά και για λίγη ασφάλεια, πολλαπλασιασμένη στο εκατομμύριο, μυώνες και νους που λαχταρούν να αναπτυχθούν, να εργαστούν, να δημιουργήσουν, πολλαπλασιασμένοι στο εκατομμύριο. Η τελική καθαρά διαγραμμένη ανθρώπινη λειτουργία – μυώνες που λαχταρούν για δουλειά, νους που λαχταρά να δημιουργήσει πέρα από τις απλές ανάγκες – αυτό είναι ο άνθρωπος. Να χτίσει έναν τοίχο, να χτίσει ένα σπίτι, ένα φράγμα, και στον τοίχο, στο σπίτι και στο φράγμα να βάλει κάτι από το ίδιο το Ανθρώπινο Συνειδητό του, και το Ανθρώπινο Συνειδητό του να πάρει κάτι από τον τοίχο, από το σπίτι κι απ’ το φράγμα, ν’ αποχτήσει δυνατούς μυώνες από τη δουλειά, να πάρει την καθαρή γραμμή και την καθαρή μορφή από τη σύλληψη του σχεδίου. Γιατί ο άνθρωπος, αντίθετα με ό,τι άλλο οργανικό ή ανόργανο στον κόσμο, αίρεται ψηλότερα από το έργο του, ξεπερνά την κλίμακα των ιδεών του, προβάλλει πάνω από τα επιτεύγματά του. Να τι μπορεί να πει κανείς για τον άνθρωπο – ενώ οι θεωρίες αλλάζουν και καταρρέουν, ενώ οι διάφορες φιλοσοφίες, οι σχολές και οι στενοί και σκοτεινοί λαβύρινθοι της σκέψης, εθνικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί, ακμάζουν κι έπειτα παρακμάζουν, ο άνθρωπος τραβάει μπρος, προχωράει σκοντάφτοντας, με κόπο, κάποιες φορές και λαθεμένα. Αφού κάνει ένα βήμα, τυχαίνει να γλιστρήσει προς τα πίσω, μα μόνο μισό βήμα, ποτέ ολάκερο το βήμα. Αυτό μπορούμε να πούμε και πρέπει να το νιώσουμε, και να το νιώσουμε βαθιά. Μπορείτε να το νιώσετε όταν τα μαύρα αεροπλάνα ζυγιάζουν τις μπόμπες τους πάνω σε άμαχους πληθυσμούς, όταν οι αιχμάλωτοι στοιβάζονται ίδια γουρούνια, όταν τα σακατεμένα κορμιά στραγγίζουν το αίμα τους ποτίζοντας τη γης. Έτσι μπορείτε να το νιώσετε. Να φοβάσαι και τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μόλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες – γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη πως έγινε το βήμα. Πρέπει κι αυτό να ξέρεις – να φοβάσαι τη μέρα που ο Συνειδητός Άνθρωπος θα πάψει να αγωνίζεται και να πεθαίνει για μια ιδέα, γιατί αυτή και μόνο η ιδιότητα είναι το θεμέλιο του Ανθρώπινου Συνειδητού, κι αυτή και μόνο η ιδιότητα κάνει να είναι ο άνθρωπος ένα ον ξεχωριστό μέσα στο σύμπαν.






